Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
considerable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most considerable
συγκριτικός βαθμός
more considerable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project required a considerable amount of funding to cover all expenses and ensure its success.
Το έργο απαιτούσε μια σημαντική ποσότητα χρηματοδότησης για να καλύψει όλα τα έξοδα και να εξασφαλίσει την επιτυχία του.
1.1
σημαντικός, αξιοσέβαστος
deserving recognition or respect due to significant achievements or qualities
Παραδείγματα
The professor was a considerable scholar, known for his groundbreaking research and influential publications.
Ο καθηγητής ήταν ένας σημαντικός λόγιος, γνωστός για την πρωτοποριακή του έρευνα και τις επιδραστικές δημοσιεύσεις.
Λεξικό Δέντρο
considerably
inconsiderable
considerable
consider



























