commendable
co
mmen
ˈmɛn
men
da
ble
bəl
bēl
defendableascendableundefendableundependable

Ορισμός και σημασία του "commendable"στα αγγλικά

commendable
01

έπαινος, αξιέπαινος

worthy of praise due to its admirable qualities or actions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commendable
συγκριτικός βαθμός
more commendable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her dedication to charity work is commendable. 

Η αφοσίωσή της στη φιλανθρωπική εργασία είναι αξιέπαινη.

commendable
01

αξιέπαινα, επαινετά

in a way that deserves praise or approval 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He handled the accusations commendably, with calm and dignity. 

Χειρίστηκε τις κατηγορίες με αξιέπαινο τρόπο, με ηρεμία και αξιοπρέπεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store