esteemed
es
ˈɪs
ισ
teemed
ti:md
τιμντ
redeemedundreamedsteameddreamed

Ορισμός και σημασία του "esteemed"στα αγγλικά

01

ευυπόληπτος, σεβαστός

highly respected, admired, or valued by others for one's qualities, achievements, or contributions 
esteemed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most esteemed
συγκριτικός βαθμός
more esteemed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reputation, respect, evaluation
Παραδείγματα
The esteemed professor was renowned for his groundbreaking research in the field. 

Ο αξιόλογος καθηγητής ήταν γνωστός για την πρωτοποριακή του έρευνα στον τομέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

esteemed
esteem
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store