Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esteemed
01
ευυπόληπτος, σεβαστός
highly respected, admired, or valued by others for one's qualities, achievements, or contributions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most esteemed
συγκριτικός βαθμός
more esteemed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The esteemed professor was renowned for his groundbreaking research in the field.
Ο αξιόλογος καθηγητής ήταν γνωστός για την πρωτοποριακή του έρευνα στον τομέα.
Λεξικό Δέντρο
esteemed
esteem



























