Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esteemed
01
ευυπόληπτος, σεβαστός
highly respected, admired, or valued by others for one's qualities, achievements, or contributions
Παραδείγματα
The esteemed artist's work was exhibited in galleries around the world.
Το έργο του αξιοσέβαστου καλλιτέχνη εκτέθηκε σε γκαλερί σε όλο τον κόσμο.
Λεξικό Δέντρο
esteemed
esteem



























