Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commensurate
01
ανάλογος, κατάλληλος
suitable in comparison to something else, like quality, extent, size, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most commensurate
συγκριτικός βαθμός
more commensurate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
proportion, comparison, measurement
Παραδείγματα
Her salary was commensurate with her level of experience and responsibilities.
Ο μισθός της ήταν ανάλογος με το επίπεδο εμπειρίας και τις ευθύνες της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
commensurateness
incommensurate
commensurate



























