commensal
co
mmen
ˈmɛn
men
sal
səl
sēl
tensileutensilmensal

Ορισμός και σημασία του "commensal"στα αγγλικά

01

συμβιωτής, συμβιωτικό είδος

either of two different animal or plant species living in close association but not interdependent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commensals
01

συμβιωτικός, σχετικός με τον συμβιωτισμό

describing a relationship between two organisms where one benefits and the other is neither helped nor harmed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The commensal relationship between barnacles and whales allows the barnacles to travel vast distances. 

Η συμβιωτική σχέση μεταξύ των βαλανοειδών και των φαλαινών επιτρέπει στα βαλανοειδή να ταξιδεύουν μεγάλες αποστάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store