Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commensal
01
συμβιωτής, συμβιωτικό είδος
either of two different animal or plant species living in close association but not interdependent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commensals
commensal
01
συμβιωτικός, σχετικός με τον συμβιωτισμό
describing a relationship between two organisms where one benefits and the other is neither helped nor harmed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The commensal association between epiphytic plants and their hosts allows the epiphytes to access sunlight high in the canopy.
Η συμβιωτική σχέση μεταξύ των επιφυτικών φυτών και των ξενιστών τους επιτρέπει στα επιφύτια να έχουν πρόσβαση στο ηλιακό φως ψηλά στο θόλο.
Λεξικό Δέντρο
commensalism
commensal



























