hefty
hef
ˈhɛf
hef
ty
ti
ti
lefty

Ορισμός και σημασία του "hefty"στα αγγλικά

01

σημαντικός, ογκώδης

substantial in size or weight 
hefty definition and meaning
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
heftiest
συγκριτικός βαθμός
heftier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After the workout, she lifted a hefty dumbbell to strengthen her arm muscles. 

Μετά την προπόνηση, σήκωσε ένα βαρύ αλτήρα για να ενισχύσει τους μύες του χεριού της.

1.1

στέρεος, δυνατός

(of a person) having considerable weight and strength 
hefty definition and meaning
Παραδείγματα
The hefty man lifted the heavy boxes with ease. 

Ο στέρεος άνδρας σήκωσε τα βαρέα κουτιά με ευκολία.

02

σημαντικός, μεγάλος

significantly large in amount 
Παραδείγματα
She received a hefty bonus for her outstanding performance at work. 

Λάμβανε ένα μεγάλο μπόνους για την εξαιρετική της απόδοση στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store