heels
heels
hi:lz
hilz
hals

Ορισμός και σημασία του "heels"στα αγγλικά

01

τακούνια, παπούτσια με ψηλό τακούνι

shoes that have tall and thin heels, worn by women 
heels definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
gender specific
πληθυντικός τύπος
heels
neutral form
high-heeled shoes
Παραδείγματα
She teetered on her high heels as she made her way across the crowded dance floor. 

Κατέβαινε ταραγμένη στα ψηλά τακούνια της καθώς περνούσε από το γεμάτο πάτωμα χορού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store