Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appreciable
01
αισθητός, σημαντικός
large or significant enough to be noticed or measured
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appreciable
συγκριτικός βαθμός
more appreciable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
measurement, evaluation, change
Παραδείγματα
The new policy resulted in an appreciable improvement in employee satisfaction and productivity.
Η νέα πολιτική οδήγησε σε μια αισθητή βελτίωση της ικανοποίησης και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
appreciably
inappreciable
appreciable
appreci



























