Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affluent
01
ευκατάστατος, πλούσιος
possessing a great amount of riches and material goods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affluent
συγκριτικός βαθμός
more affluent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The affluent neighborhood was characterized by its luxurious homes and upscale amenities.
Η ευκατάστατη γειτονιά χαρακτηριζόταν από τις πολυτελείς κατοικίες και τις ανώτερες ανέσεις.
Affluent
01
παραπόταμος, εμβολέας
a tributary stream or river that flows into a larger one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affluents
Παραδείγματα
Several affluents join the main river before it reaches the delta.
Πολλοί παραπόταμοι ενώνονται με τον κύριο ποταμό πριν φτάσει στο δέλτα.
02
πλούσιος, ευκατάστατος
a person who is wealthy
Παραδείγματα
The affluent donated generously to the new hospital.
Οι πλούσιοι δώρισαν γενναιόδωρα στο νέο νοσοκομείο.
Λεξικό Δέντρο
affluent
afflu



























