affluent
aff
ˈæf
āf
luent
luənt
looēnt
afferent

Ορισμός και σημασία του "affluent"στα αγγλικά

01

ευκατάστατος, πλούσιος

possessing a great amount of riches and material goods 
affluent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affluent
συγκριτικός βαθμός
more affluent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The affluent neighborhood was characterized by its luxurious homes and upscale amenities. 

Η ευκατάστατη γειτονιά χαρακτηριζόταν από τις πολυτελείς κατοικίες και τις ανώτερες ανέσεις.

01

παραπόταμος, εμβολέας

a tributary stream or river that flows into a larger one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affluents
Παραδείγματα
Several affluents join the main river before it reaches the delta. 

Πολλοί παραπόταμοι ενώνονται με τον κύριο ποταμό πριν φτάσει στο δέλτα.

02

πλούσιος, ευκατάστατος

a person who is wealthy 
Παραδείγματα
The affluent donated generously to the new hospital. 

Οι πλούσιοι δώρισαν γενναιόδωρα στο νέο νοσοκομείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store