Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affluent
01
ευκατάστατος, πλούσιος
possessing a great amount of riches and material goods
Παραδείγματα
The affluent couple donated generously to local charities and cultural institutions.
Το ευκατάστατο ζευγάρι έκανε γενναιόδωρες δωρεές σε τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις και πολιτιστικά ιδρύματα.
Affluent
01
παραπόταμος, εμβολέας
a tributary stream or river that flows into a larger one
Παραδείγματα
The map shows all the affluents flowing into the Great River.
Ο χάρτης δείχνει όλα τα παραπόταμα που ρέουν στον Μεγάλο Ποταμό.
02
πλούσιος, ευκατάστατος
a person who is wealthy
Παραδείγματα
The event was attended by local affluents and celebrities.
Η εκδήλωση παρακολουθήθηκε από τοπικούς πλούσιους ανθρώπους και διασημότητες.
Λεξικό Δέντρο
affluent
afflu



























