Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affordable
01
προσιτός, οικονομικός
having a price that a person can pay without experiencing financial difficulties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affordable
συγκριτικός βαθμός
more affordable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
price, economics, accessibility
Παραδείγματα
The new housing development offers affordable apartments for low-income families.
Η νέα κατοικητική ανάπτυξη προσφέρει προσιτά διαμερίσματα για οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
affordably
unaffordable
affordable
afford



























