Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affordable
01
προσιτός, οικονομικός
having a price that a person can pay without experiencing financial difficulties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affordable
συγκριτικός βαθμός
more affordable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The online retailer specializes in affordable electronic gadgets and accessories.
Ο ηλεκτρονικός λιανοπωλητής ειδικεύεται σε προσιτές ηλεκτρονικές συσκευές και αξεσουάρ.
Λεξικό Δέντρο
affordably
unaffordable
affordable
afford



























