low-priced
low
ləʊpraɪst
lewpraist
priced

Ορισμός και σημασία του "low-priced"στα αγγλικά

low-priced
01

φθηνός, χαμηλής τιμής

costing a small amount of money 
low-priced definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-priced
συγκριτικός βαθμός
more low-priced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cost, commerce, value
Παραδείγματα
The store is offering a low-priced sale on winter coats. 

Το κατάστημα προσφέρει μια πώληση με χαμηλή τιμή σε χειμωνιάτικα παλτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store