Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
low-cost
01
χαμηλού κόστους, οικονομικό
relatively cheap compared to others of its kind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-cost
συγκριτικός βαθμός
more low-cost
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The airline offers low-cost flights to popular destinations.
Η αεροπορική εταιρεία προσφέρει low-cost πτήσεις προς δημοφιλείς προορισμούς.



























