Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
low-class
01
χαμηλής τάξης, κατώτερης τάξης
occupying the lowest socioeconomic position in a society
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-class
συγκριτικός βαθμός
more low-class
διαβαθμίσιμο



























