Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
low-lying
01
χαμηλός, χαμηλού υψομέτρου
referring to an area or object situated at or near the ground, horizon, or sea level, typically with little or no elevation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-lying
συγκριτικός βαθμός
more low-lying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The low-lying area near the river tends to get waterlogged after heavy rainfall.
Η χαμηλή περιοχή κοντά στο ποτάμι τείνει να πλημμυρίζει μετά από ισχυρές βροχοπτώσεις.
02
χαμηλός, χαμηλού υψομέτρου
lying below the normal level



























