Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Affliction
01
θλίψη, ταλαιπωρία
a state of pain or suffering due to a physical or mental condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
afflictions
Παραδείγματα
His spiritual beliefs helped him find solace in the face of his terminal illness affliction.
Οι πνευματικές του πεποιθήσεις τον βοήθησαν να βρει παρηγοριά μπροστά στην θλίψη της θανατηφόρας ασθένειάς του.
02
βάσανος, ταλαιπωρία
a condition of deep hardship or anguish caused by misfortune or emotional pain
Παραδείγματα
Poverty is a persistent affliction in many parts of the world.
Η φτώχεια είναι μια επίμονη θλίψη σε πολλά μέρη του κόσμου.
Λεξικό Δέντρο
affliction
afflict



























