afflicted
Pronunciation
/əˈfɫɪktɪd/

Ορισμός και σημασία του "afflicted"στα αγγλικά

01

ταλαιπωρημένος, παθαίνων

suffering from a physical or mental ailment, hardship, or distress
afflicted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most afflicted
συγκριτικός βαθμός
more afflicted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The elderly population was particularly vulnerable and afflicted during flu season.
Ο ηλικιωμένος πληθυσμός ήταν ιδιαίτερα ευάλωτος και βασανισμένος κατά τη διάρκεια της εποχής της γρίπης.
02

βασανισμένος, ταλαιπωρημένος

mentally or physically unfit
afflicted definition and meaning

Λεξικό Δέντρο

afflicted
afflict
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store