afflicted
aff
ˈəf
ēf
lic
lɪk
lik
ted
tɪd
tid
affected

Ορισμός και σημασία του "afflicted"στα αγγλικά

01

ταλαιπωρημένος, παθαίνων

suffering from a physical or mental ailment, hardship, or distress 
afflicted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most afflicted
συγκριτικός βαθμός
more afflicted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Afflicted with a chronic illness, she faced daily challenges managing her health. 

Πληγώμενη από μια χρόνια ασθένεια, αντιμετώπιζε καθημερινές προκλήσεις στη διαχείριση της υγείας της.

02

βασανισμένος, ταλαιπωρημένος

mentally or physically unfit 
afflicted definition and meaning

Λεξικό Δέντρο

afflicted
afflict
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store