Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afflicted
01
ταλαιπωρημένος, παθαίνων
suffering from a physical or mental ailment, hardship, or distress
Παραδείγματα
The elderly population was particularly vulnerable and afflicted during flu season.
Ο ηλικιωμένος πληθυσμός ήταν ιδιαίτερα ευάλωτος και βασανισμένος κατά τη διάρκεια της εποχής της γρίπης.
02
βασανισμένος, ταλαιπωρημένος
mentally or physically unfit
Λεξικό Δέντρο
afflicted
afflict



























