Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Affluence
01
πλούτος, ευμάρεια
the state of having a large amount of money, valuable possessions, or other material resources
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The family enjoyed a life of affluence in their luxurious mansion.
Η οικογένεια απολάμβανε μια ζωή ευμάρειας στην πολυτελή έπαυλή τους.
Λεξικό Δέντρο
affluence
afflu



























