Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Affliction
01
θλίψη, ταλαιπωρία
a state of pain or suffering due to a physical or mental condition
Παραδείγματα
The affliction of migraines made it difficult for her to concentrate and disrupted her daily routine.
Η δυστυχία των ημικρανιών της δυσκόλεψε να συγκεντρωθεί και διέκοψε την καθημερινή της ρουτίνα.
02
βάσανος, ταλαιπωρία
a condition of deep hardship or anguish caused by misfortune or emotional pain
Παραδείγματα
The novel explores the affliction of loneliness in modern society.
Το μυθιστόρημα εξερευνά τη θλίψη της μοναξιάς στη σύγχρονη κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
affliction
afflict



























