factual
Pronunciation
/ˈfæktʃuəɫ/

Ορισμός και σημασία του "factual"στα αγγλικά

01

γεγονός, αντικειμενικός

based on facts or reality, rather than opinions or emotions
factual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most factual
συγκριτικός βαθμός
more factual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientific study was conducted to gather factual information about the effects of the drug.
Η επιστημονική μελέτη πραγματοποιήθηκε για τη συλλογή γεγονότων πληροφοριών σχετικά με τις επιπτώσεις του φαρμάκου.

Λεξικό Δέντρο

factuality
factually
factualness
factual
fact
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store