Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
factual
01
γεγονός, αντικειμενικός
based on facts or reality, rather than opinions or emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most factual
συγκριτικός βαθμός
more factual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientific study was conducted to gather factual information about the effects of the drug.
Η επιστημονική μελέτη πραγματοποιήθηκε για τη συλλογή γεγονότων πληροφοριών σχετικά με τις επιπτώσεις του φαρμάκου.
Λεξικό Δέντρο
factuality
factually
factualness
factual
fact



























