Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
factual
01
γεγονός, αντικειμενικός
based on facts or reality, rather than opinions or emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most factual
συγκριτικός βαθμός
more factual
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
information, truth, communication
Παραδείγματα
The news report provided factual information about the event, without any bias.
Η ειδησεογραφική αναφορά παρείχε γεγοντολογικές πληροφορίες για το γεγονός, χωρίς καμία προκατάληψη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
factuality
factually
factualness
factual
fact



























