basic
ba
ˈbeɪ
bei
sic
sɪk
sik
baric

Ορισμός και σημασία του "basic"στα αγγλικά

01

βασικός, στοιχειώδης

forming or being the necessary part of something, on which other things are built 
basic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most basic
συγκριτικός βαθμός
more basic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Learning basic arithmetic skills is essential for understanding more advanced math concepts. 

Η εκμάθηση βασικών αριθμητικών δεξιοτήτων είναι απαραίτητη για την κατανόηση πιο προηγμένων μαθηματικών εννοιών.

1.1

βασικός, απαραίτητος

essential or necessary for everyone 
Παραδείγματα
Access to clean water is a basic human right. 

Η πρόσβαση σε καθαρό νερό είναι ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα.

02

βασικός, στοιχειώδης

having the simplest form without extra complexity 
basic definition and meaning
Παραδείγματα
The basic design of the house focuses on functionality over decoration. 

Το βασικό σχέδιο του σπιτιού εστιάζει στη λειτουργικότητα παρά στη διακόσμηση.

03

βασικός, θεμελιώδης

forming the regular or minimum level of earnings without overtime, bonuses, or allowances 
Dialectbritish flagBritish
baseamerican flagAmerican
Παραδείγματα
His basic pay is reviewed annually. 

Ο βασικός μισθός του αναθεωρείται ετησίως.

04

βασικός, αλκαλικός

having the characteristics of a base, such as a pH above 7, the ability to neutralize acids, or the presence of hydroxide ions 
Παραδείγματα
Soap is basic and often used for cleaning due to its ability to remove grease and oils. 

Το σαπούνι είναι βασικό και χρησιμοποιείται συχνά για τον καθαρισμό λόγω της ικανότητάς του να αφαιρεί λίπη και έλαια.

05

βασικός, βασαλτικός

referring to rock, especially lava, that has low silica content and is rich in magnesium and iron 
Παραδείγματα
The volcanic eruption produced basic lava flows that solidified into basalt. 

Η ηφαιστειακή έκρηξη παρήγαγε βασικές ροές λάβας που στερεοποιήθηκαν σε βασάλτη.

06

βασικός, συνηθισμένος

unoriginal, boring, or mainstream 
αργκό
Παραδείγματα
That outfit is so basic; you need something more unique. 

Αυτό το ντύσιμο είναι τόσο κοινότοπο· χρειάζεσαι κάτι πιο μοναδικό.

01

βασικό, απαραίτητο

an essential item or supply needed for daily life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
basics
Παραδείγματα
In emergencies, access to basics like water is critical. 

Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, η πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως το νερό είναι κρίσιμη.

02

τα βασικά, οι βασικές γνώσεις

a beginner level of skill or understanding in a subject or activity that is introductory or rudimentary 
Παραδείγματα
The course starts with the basics of photography. 

Το μάθημα ξεκινά με τα βασικά της φωτογραφίας.

basic
ba
ˈbeɪ
bei
sic
sɪk
sik
basicbaisakh
Beginner's All-purpose Symbolic Instruction Code
01

BASIC, Γλώσσα BASIC

a simple programming language created to help beginners learn coding, now largely replaced by more advanced languages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
Παραδείγματα
BASIC was one of the first programming languages many people learned. 

Το BASIC ήταν μια από τις πρώτες γλώσσες προγραμματισμού που έμαθαν πολλοί άνθρωποι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store