basics
ba
ˈbeɪ
μπει
sics
sɪks
σικσ
/bˈe‍ɪsɪks/

Ορισμός και σημασία του "basics"στα αγγλικά

01

βασικές αρχές, θεμελιώδεις αρχές

principles from which other truths can be derived
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

βασικές αρχές, θεμελιώδεις αρχές

a statement of fundamental facts or principles
03

τα βασικά, οι θεμελιώδεις αρχές

the essential skills, principles, or knowledge that form the foundation of a subject, sport, or activity
Παραδείγματα
She taught him the basics of self-defense before their first sparring match.
Του δίδαξε τα βασικά της αυτοάμυνας πριν από τον πρώτο αγώνα sparing τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store