Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fundamental
01
θεμελιώδης, βασικός
related to the core and most important or basic parts of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most fundamental
συγκριτικός βαθμός
more fundamental
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Understanding basic mathematics is fundamental to solving more complex problems.
Η κατανόηση της βασικής μαθηματικής είναι θεμελιώδης για την επίλυση πιο πολύπλοκων προβλημάτων.
02
θεμελιώδης, ουσιαστικός
profound or central to the nature or essence of something
Παραδείγματα
Her fundamental kindness shone through in every interaction.
Η θεμελιώδης καλοσύνη της έλαμπε σε κάθε αλληλεπίδραση.
Fundamental
01
θεμελιώδης, θεμελιώδης συχνότητα
the lowest frequency in a sound or musical note, which defines its pitch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fundamentals
Παραδείγματα
The fundamental of the sound wave corresponds to the main tone heard when a trumpet is played.
Το θεμελιώδες του ηχητικού κύματος αντιστοιχεί στην κύρια νότα που ακούγεται όταν παίζεται μια τρομπέτα.
02
βασικές αρχές, θεμελιώδεις αρχές
the basic principles, elements, or core concepts of something
Παραδείγματα
Understanding the fundamentals of mathematics is essential before tackling more advanced topics.
Η κατανόηση των βασικών αρχών των μαθηματικών είναι απαραίτητη πριν από την αντιμετώπιση πιο προχωρημένων θεμάτων.
Λεξικό Δέντρο
fundamentally
fundamental
fundament



























