Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fundamental
01
θεμελιώδης, βασικός
related to the core and most important or basic parts of something
Παραδείγματα
Following traffic laws is fundamental for safe driving.
Η τήρηση των κυκλοφοριακών κανόνων είναι θεμελιώδης για την ασφαλή οδήγηση.
02
θεμελιώδης, ουσιαστικός
profound or central to the nature or essence of something
Παραδείγματα
Her fundamental sense of justice led her to a career in law.
Η θεμελιώδης αίσθηση δικαιοσύνης της την οδήγησε σε μια καριέρα στο δίκαιο.
Fundamental
01
θεμελιώδης, θεμελιώδης συχνότητα
the lowest frequency in a sound or musical note, which defines its pitch
Παραδείγματα
The fundamental of the drumbeat drives the rhythm of the entire song.
Το θεμελιώδες του ρυθμού του ντραμ οδηγεί το ρυθμό ολόκληρου του τραγουδιού.
02
βασικές αρχές, θεμελιώδεις αρχές
the basic principles, elements, or core concepts of something
Παραδείγματα
The company's success was built on strong business fundamentals like customer service and innovation.
Η επιτυχία της εταιρείας χτίστηκε σε ισχυρές επιχειρηματικές βασικές αρχές όπως η εξυπηρέτηση πελατών και η καινοτομία.
Λεξικό Δέντρο
fundamentally
fundamental
fundament



























