fundamentalist
fun
ˌfʌn
fan
da
men
ˈmɛn
men
ta
list
lɪst
list
instrumentalistenvironmentalist

Ορισμός και σημασία του "fundamentalist"στα αγγλικά

fundamentalist
01

θεμελιωδικός, σχετικός με τον προτεσταντικό θεμελιωδισμό

of or relating to or characteristic of Protestant fundamentalism or its adherents 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

θεμελιωδικός, ριζοσπαστικός

adhering strictly to traditional beliefs or principles, often in a religious or ideological context 
Παραδείγματα
Fundamentalist groups advocate for the preservation of traditional values and oppose modern changes. 

Οι θεμελιωτικές ομάδες υποστηρίζουν τη διατήρηση των παραδοσιακών αξιών και αντιτίθενται στις σύγχρονες αλλαγές.

Fundamentalist
01

θεμελιωματικός

a supporter of fundamentalism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fundamentalists
02

φονταμενταλιστής, υποστηρικτής των φονταμενταλιστικών αρχών

an adherent of fundamentalist principles 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store