deep-seated
Pronunciation
/dˈiːpsˈiːɾᵻd/

Ορισμός και σημασία του "deep-seated"στα αγγλικά

deep-seated
01

βαθιά ριζωμένο, σταθερά καθιερωμένο

(of beliefs or principles) firmly established or ingrained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deep-seated
συγκριτικός βαθμός
more deep-seated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision was influenced by a deep-seated belief in the value of education.
Η απόφαση επηρεάστηκε από μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση στην αξία της εκπαίδευσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store