Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deep-seated
01
βαθιά ριζωμένο, σταθερά καθιερωμένο
(of beliefs or principles) firmly established or ingrained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deep-seated
συγκριτικός βαθμός
more deep-seated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reform efforts were met with resistance due to deep-seated traditions in the community.
Οι προσπάθειες μεταρρύθμισης συναντήθηκαν με αντίσταση λόγω των βαθιά ριζωμένων παραδόσεων στην κοινότητα.



























