Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deep-set
01
βαθύς, εσοχή
(of the eyes) appearing to be quite back or deep in the face
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deep-set
συγκριτικός βαθμός
more deep-set
διαβαθμίσιμο



























