Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
substantially
01
σημαντικά, ουσιαστικά
to a considerable extent or degree
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
Fuel prices have substantially increased over the past year.
Οι τιμές των καυσίμων έχουν αυξηθεί σημαντικά το τελευταίο έτος.
Παραδείγματα
The two proposals are substantially alike in content.
Οι δύο προτάσεις είναι ουσιαστικά παρόμοιες σε περιεχόμενο.
Παραδείγματα
The shelter was substantially built to withstand harsh weather.
Το καταφύγιο χτίστηκε ουσιαστικά για να αντέχει σε σκληρές καιρικές συνθήκες.
04
ουσιαστικά, πραγματικά
in a real, material, or bodily manner, often used in theological, philosophical, or metaphysical contexts
Παραδείγματα
The doctrine holds that Christ is substantially present in the sacrament.
Η δόγμα υποστηρίζει ότι ο Χριστός είναι ουσιαστικά παρών στο μυστήριο.
Λεξικό Δέντρο
insubstantially
substantially
substantial
substant



























