Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
criminally
01
εγκληματικά, σε απαράδεκτο βαθμό
to an extremely wrong, unjust, or shockingly bad degree
Παραδείγματα
His talent was criminally ignored in his lifetime.
Το ταλέντο του εγκληματικά αγνοήθηκε στη ζωή του.
02
εγκληματικά, με εγκληματικό τρόπο
in a manner considered punishable by legal statutes
Παραδείγματα
The gang operated criminally across several states.
Η συμμορία λειτουργούσε εγκληματικά σε πολλές πολιτείες.
2.1
ποινικά, εγκληματικά
in relation to criminal rather than civil legal matters
Παραδείγματα
Some violations may be addressed criminally depending on intent.
Ορισμένες παραβιάσεις μπορεί να αντιμετωπιστούν ποινικά ανάλογα με την πρόθεση.
Λεξικό Δέντρο
criminally
criminal
crime



























