Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Criminal
01
εγκληματίας, κακοποιός
a person who does or is involved in an illegal activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
criminals
Παραδείγματα
The criminal confessed to robbing the bank.
Ο εγκληματίας ομολόγησε ότι λήστεψε την τράπεζα.
criminal
01
εγκληματικός, ποινικός
related to or involving illegal activities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Legal procedures ensure that individuals accused of criminal conduct receive fair trials and due process.
Οι νομικές διαδικασίες διασφαλίζουν ότι τα άτομα που κατηγορούνται για εγκληματική συμπεριφορά λαμβάνουν δίκαιες δίκες και νόμιμη διαδικασία.
02
ποινικός
dealing with legal issues that involve actions considered crimes against the state or public
Παραδείγματα
Criminal charges were filed against the company for violating environmental laws.
Ασκήθηκαν ποινικές κατηγορίες εναντίον της εταιρείας για παραβίαση των περιβαλλοντικών νόμων.
03
εγκληματικός, κατακριτέος
bringing or deserving severe rebuke or censure
Λεξικό Δέντρο
criminalism
criminalize
criminal
crime



























