perpetrator
per
ˈpɜ:
pet
pɪt
pit
ra
reɪ
rei
tor
penetrator

Ορισμός και σημασία του "perpetrator"στα αγγλικά

01

δράστης, ένοχος

a person who commits a crime or wrongdoing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perpetrators
Παραδείγματα
Witnesses saw the perpetrator fleeing the scene of the assault with a weapon in hand. 

Οι μάρτυρες είδαν τον δράστη να φεύγει από τη σκηνή της επίθεσης με όπλο στο χέρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store