Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perpetuate
01
διαιωνίζω, παρατείνω
to make something, typically a problem or an undesirable situation, continue for an extended or prolonged period
Transitive: to perpetuate a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perpetuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetuates
ενεστώτα μετοχή
perpetuating
απλός αόριστος
perpetuated
παθητική μετοχή
perpetuated
Παραδείγματα
Historic sites help perpetuate the memory of past events for future generations.
Οι ιστορικοί τόποι βοηθούν στη διαιώνιση της μνήμης των παρελθοντικών γεγονότων για τις μελλοντικές γενιές.
Λεξικό Δέντρο
perpetual
perpetuation
perpetuate



























