Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perpetrate
01
διαπράττω, τελώ
to commit a harmful, illegal, or immoral act, such as a crime or an offense
Transitive: to perpetrate an offence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perpetrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetrates
ενεστώτα μετοχή
perpetrating
απλός αόριστος
perpetrated
παθητική μετοχή
perpetrated
Παραδείγματα
The media coverage highlighted the heinous acts perpetrated by the gang in the city.
Η κάλυψη των μέσων ενημέρωσης τόνισε τις φρικτές πράξεις που διέπραξε η συμμορία στην πόλη.
Λεξικό Δέντρο
perpetration
perpetrator
perpetrate
perpetr



























