to perpetrate
Pronunciation
/ˈpɝpəˌtɹeɪt/

Ορισμός και σημασία του "perpetrate"στα αγγλικά

to perpetrate
01

διαπράττω, τελώ

to commit a harmful, illegal, or immoral act, such as a crime or an offense
Transitive: to perpetrate an offence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perpetrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetrates
ενεστώτα μετοχή
perpetrating
απλός αόριστος
perpetrated
παθητική μετοχή
perpetrated
Παραδείγματα
The media coverage highlighted the heinous acts perpetrated by the gang in the city.
Η κάλυψη των μέσων ενημέρωσης τόνισε τις φρικτές πράξεις που διέπραξε η συμμορία στην πόλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store