Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perpetrate
01
διαπράττω, τελώ
to commit a harmful, illegal, or immoral act, such as a crime or an offense
Transitive: to perpetrate an offence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perpetrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetrates
ενεστώτα μετοχή
perpetrating
απλός αόριστος
perpetrated
παθητική μετοχή
perpetrated
Παραδείγματα
The investigation revealed a network of individuals who conspired to perpetrate fraud against the company.
Η έρευνα αποκάλυψε ένα δίκτυο ατόμων που συνωμότησαν για να διαπράξουν απάτη εναντίον της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
perpetration
perpetrator
perpetrate
perpetr



























