to perpetrate
per
ˈpɜ:
pet
ˌpɪt
pit
rate
reɪt
reit
penetrateperpetuateperitrate

Ορισμός και σημασία του "perpetrate"στα αγγλικά

to perpetrate
01

διαπράττω, τελώ

to commit a harmful, illegal, or immoral act, such as a crime or an offense 
Transitive: to perpetrate an offence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perpetrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetrates
ενεστώτα μετοχή
perpetrating
απλός αόριστος
perpetrated
παθητική μετοχή
perpetrated
Παραδείγματα
The investigation revealed a network of individuals who conspired to perpetrate fraud against the company. 

Η έρευνα αποκάλυψε ένα δίκτυο ατόμων που συνωμότησαν για να διαπράξουν απάτη εναντίον της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

perpetration
perpetrator
perpetrate
perpetr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store