perpetration
per
ˌpɜr
pēr
pet
ˈpət
pēt
ra
reɪ
rei
tion
ʃən
shēn
/ˌpɜːpəˈtreɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "perpetration"στα αγγλικά

01

διαπράττω έγκλημα, εκτέλεση εγκλήματος

the act of committing a crime or doing something illegal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Digital evidence played a key role in proving his perpetration of the offense.
Τα ψηφιακά στοιχεία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόδειξη της διαπράξεως του αδικήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store