Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perpetration
01
διαπράττω έγκλημα, εκτέλεση εγκλήματος
the act of committing a crime or doing something illegal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Digital evidence played a key role in proving his perpetration of the offense.
Τα ψηφιακά στοιχεία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόδειξη της διαπράξεως του αδικήματος.
Λεξικό Δέντρο
perpetration
perpetrate
perpetr



























