perpetuation
per
pe
ˌpɛ
pe
tua
ˈʧueɪ
chooei
tion
ʃən
shēn
perpetration

Ορισμός και σημασία του "perpetuation"στα αγγλικά

01

διαιώνιση, συνέχιση

the action of maintaining or continuing something, typically a practice, belief, or state 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perpetuations
Παραδείγματα
The perpetuation of cultural heritage ensures its survival for future generations. 

Η διαιώνιση της πολιτιστικής κληρονομιάς εξασφαλίζει την επιβίωσή της για τις μελλοντικές γενιές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store