Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perpetuation
01
διαιώνιση, συνέχιση
the action of maintaining or continuing something, typically a practice, belief, or state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perpetuations
Παραδείγματα
The perpetuation of cultural heritage ensures its survival for future generations.
Η διαιώνιση της πολιτιστικής κληρονομιάς εξασφαλίζει την επιβίωσή της για τις μελλοντικές γενιές.
Λεξικό Δέντρο
perpetuation
perpetuate



























