criminally
cri
ˈkrɪ
kri
mi
mi
na
lly
li
li

Ορισμός και σημασία του "criminally"στα αγγλικά

01

εγκληματικά, σε απαράδεκτο βαθμό

to an extremely wrong, unjust, or shockingly bad degree 
criminally definition and meaning
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The actor is criminally overlooked during award season. 

Ο ηθοποιός εγκληματικά αγνοείται κατά τη διάρκεια της περιόδου των βραβείων.

02

εγκληματικά, με εγκληματικό τρόπο

in a manner considered punishable by legal statutes 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The official was accused of criminally misusing public money. 

Ο υπάλληλος κατηγορήθηκε για εγκληματική κατάχρηση δημόσιων χρημάτων.

2.1

ποινικά, εγκληματικά

in relation to criminal rather than civil legal matters 
Παραδείγματα
The defendant was charged both civilly and criminally. 

Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε τόσο αστικά όσο και ποινικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store