Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crimson
01
πορφυρό, βαθύ κόκκινο
having a rich, dark red color with tints of purple
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crimson
συγκριτικός βαθμός
more crimson
διαβαθμίσιμο
02
πορφυρός, αιματηρός
characterized by violence or bloodshed
Παραδείγματα
Her face turned crimson with embarrassment when she realized everyone was staring at her.
Το πρόσωπό της έγινε κόκκινο από ντροπή όταν συνειδητοποίησε ότι όλοι την κοιτούσαν.
Crimson
01
βαθύ κόκκινο, έντονο κόκκινο
a deep and vivid red color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crimsons
to crimson
01
κοκκινίζω, γίνομαι βυσσινής
to become red in the face, especially as a result of embarrassment or shame
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crimson
γ΄ ενικό πρόσωπο
crimsons
ενεστώτα μετοχή
crimsoning
απλός αόριστος
crimsoned
παθητική μετοχή
crimsoned
Παραδείγματα
When asked about his secret, he couldn't help but crimson with embarrassment.
Όταν ρωτήθηκε για το μυστικό του, δεν μπορούσε παρά να κοκκινίσει από ντροπή.



























