long-wearing
Pronunciation
/lˈɑːŋwˈɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "long-wearing"στα αγγλικά

long-wearing
01

ανθεκτικός, διαρκής

durable and enduring
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most long-wearing
συγκριτικός βαθμός
more long-wearing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their long-wearing sports equipment continued to perform well even after many seasons of intense use.
Ο ανθεκτικός αθλητικός εξοπλισμός τους συνέχισε να λειτουργεί καλά ακόμη και μετά από πολλές σεζόν εντατικής χρήσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store