long-wearing
long
lɒng
λονγκ
wea
weə
ουε
ring
rɪng
ρινγκ

Ορισμός και σημασία του "long-wearing"στα αγγλικά

long-wearing
01

ανθεκτικός, διαρκής

durable and enduring 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most long-wearing
συγκριτικός βαθμός
more long-wearing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
durability, materials, quality
Παραδείγματα
The long-wearing leather boots held up remarkably well after years of daily use, maintaining their appearance and comfort. 

Τα ανθεκτικά δερμάτινα μποτάκια άντεξαν αξιοσημείωτα καλά μετά από χρόνια καθημερινής χρήσης, διατηρώντας την εμφάνισή και την άνεσή τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store