Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sourdough
01
προζύμι, ξινή ζύμη
a mixture of water, flour and yeast that is active and tastes sour, used in making bread
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sourdoughs
Παραδείγματα
Nothing beats the smell of freshly baked sourdough bread in the morning—warm, tangy, and irresistible.
Τίποτα δεν ξεπερνά τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού με προζύμι το πρωί—ζεστό, ξινό και ακαταμάχητο.
03
άποικος, χρυσοθήρας
a settler or prospector (especially in western United States or northwest Canada and Alaska)



























