sourpuss
sourpuss
saʊəpʊs
σαουεπουσ
sourness

Ορισμός και σημασία του "sourpuss"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, δύστροπος

a person habitually grumpy, gloomy, or difficult to please 
sourpuss definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sourpusses
Παραδείγματα
Stop being a sourpuss and join the game. 

Σταμάτα να είσαι γκρινιάρης και μπες στο παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store