Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to savor
01
απολαμβάνω, γευματίζομαι
to fully appreciate and enjoy the flavor or aroma of a food or drink as much as possible, particularly by slowly consuming it
Transitive: to savor a food or flavor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
savor
γ΄ ενικό πρόσωπο
savors
ενεστώτα μετοχή
savoring
απλός αόριστος
savored
παθητική μετοχή
savored
Παραδείγματα
She savors the delicate flavors of herbal teas.
Αυτή απολαμβάνει τις λεπτές γεύσεις των βοτανικών τσαγιών.
1.1
απολαμβάνω, γευματίζω
to completely enjoy and appreciate something, such as an experience or feeling
Transitive: to savor an experience or feeling
Παραδείγματα
She sat on the porch, savoring the tranquility of the sunset.
Κάθισε στο αίθριο, απολαμβάνοντας την ηρεμία του ηλιοβασιλέματος.
02
υποδηλώνω, έχει μια ίχνος
to have a slight suggestion or trace of a quality
Transitive: to savor of a quality
Παραδείγματα
His smile savored of arrogance, suggesting a sense of superiority.
Το χαμόγελό του μύριζε αλαζονεία, υπονοώντας μια αίσθηση ανωτερότητας.
03
κατακράω, αρτύω
to add flavor or seasoning to food
Transitive: to savor food
Παραδείγματα
She savored the soup with a pinch of salt and a sprinkle of herbs.
Αυτή απολάμβανε τη σούπα με μια πρέζα αλάτι και μια πιτσιλιά βότανα.
Savor
01
γεύση, άρωμα
the distinctive and enjoyable taste or aroma of food or drink
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
savors
Παραδείγματα
The homemade soup had a rich and comforting savor that reminded me of childhood.
Η σπιτική σούπα είχε ένα πλούσιο και παρηγορητικό άρωμα που μου θύμιζε παιδικές ηλικίες.
Λεξικό Δέντρο
savoring
savor



























