Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Savorlessness
01
ανοστία, έλλειψη γεύσης
the property of having no flavor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
savorlessnesses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
savorlessness
savorless
savor



























