Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to replace
01
αντικαθιστώ, αλλάζω
to put someone or something new instead of someone or something else
Transitive: to replace sb/sth
Παραδείγματα
The company decided to replace the outdated equipment with newer, more efficient models.
Η εταιρεία αποφάσισε να αντικαταστήσει τον παρωχημένο εξοπλισμό με νεότερα, πιο αποτελεσματικά μοντέλα.
02
αντικαθιστώ, αναπληρώνω
to fill the role or take the place of someone or something
Transitive: to replace sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
replace
γ΄ ενικό πρόσωπο
replaces
ενεστώτα μετοχή
replacing
απλός αόριστος
replaced
παθητική μετοχή
replaced
Παραδείγματα
As technology advances, traditional methods may become obsolete and new approaches often replace them.
Καθώς η τεχνολογία προχωρά, οι παραδοσιακές μέθοδοι μπορεί να γίνουν απαρχαιωμένες και νέες προσεγγίσεις συχνά τις αντικαθιστούν.
03
αντικαθιστώ, επιστρέφω
to restore or put something back into its original or appropriate position, location, or state
Transitive: to replace sth somewhere
Παραδείγματα
Each evening, the librarian replaces the returned books onto their respective shelves in alphabetical order.
Κάθε βράδυ, ο βιβλιοθηκάριος αντικαθιστά τα επιστραφέντα βιβλία στις αντίστοιχες ράφους τους με αλφαβητική σειρά.
04
αντικαθιστώ, αλλάζω
to substitute or provide an alternative that fulfills the same function or purpose
Ditransitive: to replace sth with an alternative
Παραδείγματα
The company decided to replace all outdated computers with newer models to enhance productivity.
Η εταιρεία αποφάσισε να αντικαταστήσει όλους τους παρωχημένους υπολογιστές με νεότερα μοντέλα για να ενισχύσει την παραγωγικότητα.
Λεξικό Δέντρο
replacing
replace
place



























