Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
replaceable
01
αντικαταστάσιμος, αντικαθιστάμενος
capable of being exchanged or substituted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most replaceable
συγκριτικός βαθμός
more replaceable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
function, utility, objects
Παραδείγματα
The lightbulbs in the fixture are easily replaceable when they burn out.
Οι λάμπες στη συσκευή είναι εύκολα αντικαταστάσιμες όταν καούν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irreplaceable
replaceability
unreplaceable
replaceable
placeable
place



























